Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φερτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο φερμένος από αλλού, που έχει μεταφερθεί, παρασυθεί εδώ Βικιλεξικό
    • φερτή ύλη (στο δέλτα των ποταμών)

Ετυμολογία

φερτός < αρχαία ελληνική φερτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφερτόςφερτήφερτό
Γενικήφερτούφερτήςφερτού
Αιτιατικήφερτόφερτήφερτό
Κλητικήφερτέφερτήφερτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφερτοίφερτέςφερτά
Γενικήφερτώνφερτώνφερτών
Αιτιατικήφερτούςφερτέςφερτά
Κλητικήφερτοίφερτέςφερτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →