Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φερωνυμία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ίδια ονομασία με κάποιο γεγονός, πρόσωπο ή πράγμα Βικιλεξικό
  2. φερώνυμος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φερωνυμία < (ελληνιστική κοινή) φερωνυμία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφερωνυμίαφερωνυμίες
Γενικήφερωνυμίαςφερωνυμιών
Αιτιατικήφερωνυμίαφερωνυμίες
Κλητικήφερωνυμίαφερωνυμίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →