Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φερόμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που φέρεται να, που θεωρείται ότι έχει κάνει κάτι ή έχει πάθει κάτι στη βάση κάποιων στοιχείων ή ενδείξεων, χωρίς να υπάρχουν όμως ακλόνητες αποδείξεις γι'αυτό. Βικιλεξικό
    • ο φερόμενος ως δράστης, ο φερόμενος ως αγνοούμενος

Ετυμολογία

φερόμενος < Από τον ενεστώτα του ρήματος φέρομαι

Άλλοι τύποι

φερόμεναφερόμενεφερόμενεςφερόμενηφερόμενηςφερόμενοφερόμενοιφερόμενοςφερόμενουφερόμενουςφερόμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →