φερόμενος
•
- που φέρεται να, που θεωρείται ότι έχει κάνει κάτι ή έχει πάθει κάτι στη βάση κάποιων στοιχείων ή ενδείξεων, χωρίς να υπάρχουν όμως ακλόνητες αποδείξεις γι'αυτό. Βικιλεξικό
- ο φερόμενος ως δράστης, ο φερόμενος ως αγνοούμενος
Ετυμολογία
φερόμενος < Από τον ενεστώτα του ρήματος φέρομαι
Άλλοι τύποι
φερόμεναφερόμενεφερόμενεςφερόμενηφερόμενηςφερόμενοφερόμενοιφερόμενοςφερόμενουφερόμενουςφερόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →