Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φεσατζής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που δημιουργεί ανεξόφλητα χρέη, κοινώς φέσια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φεσατζής < φέσ(ι)α + -τζής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφεσατζήςφεσατζήδες
Γενικήφεσατζήφεσατζήδων
Αιτιατικήφεσατζήφεσατζήδες
Κλητικήφεσατζήφεσατζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →