φεσατζής
•
- αυτός που δημιουργεί ανεξόφλητα χρέη, κοινώς φέσια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φεσατζής < φέσ(ι)α + -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φεσατζής | φεσατζήδες |
| Γενική | φεσατζή | φεσατζήδων |
| Αιτιατική | φεσατζή | φεσατζήδες |
| Κλητική | φεσατζή | φεσατζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →