Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φεσώνομαι

ρήμα
•
  1. δεν μου εξοφλούν δάνειο, αρνούνται να μου δώσουν όσα μου οφείλουν Βικιλεξικό
    • Φεσώθηκα 2.000 ευρώ
  2. υφίσταμαι κάτι δυσάρεστο. Βικιλεξικό
    • Αντί να διασκεδάσουμε, φεσωθήκαμε (πιθανόν με την έννοια ότι «δεν έπιασαν τόπο» τα λεφτά που δώσαμε για να ψυχαγωγηθούμε)
  3. με επιβαρύνουν, με φορτώνουν με κάτι/κάποιον. Βικιλεξικό
    • Σαν να μην έφτανε που θα οδηγούσα 3 ώρες, φεσώθηκα να κουβαλήσω και τη θεία Μαρίκα

Ετυμολογία

φεσώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος φεσώνω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →