φεσώνομαι
•
- δεν μου εξοφλούν δάνειο, αρνούνται να μου δώσουν όσα μου οφείλουν Βικιλεξικό
- Φεσώθηκα 2.000 ευρώ
- υφίσταμαι κάτι δυσάρεστο. Βικιλεξικό
- Αντί να διασκεδάσουμε, φεσωθήκαμε (πιθανόν με την έννοια ότι «δεν έπιασαν τόπο» τα λεφτά που δώσαμε για να ψυχαγωγηθούμε)
- με επιβαρύνουν, με φορτώνουν με κάτι/κάποιον. Βικιλεξικό
- Σαν να μην έφτανε που θα οδηγούσα 3 ώρες, φεσώθηκα να κουβαλήσω και τη θεία Μαρίκα
Ετυμολογία
φεσώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος φεσώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →