Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φετβάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. άλλη προφορά του φετφάς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φετβάς < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική فتوی (fetva), κατά την προφορά όπως στην τουρκική fetva < αραβική فَتْوَى (fatwā) Επίσης δείτε, από την όψιμη μεσαιωνική ελληνική φεϊτιφᾶς > φετφάς.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφετβάςφετβάδες
Γενικήφετβάφετβάδων
Αιτιατικήφετβάφετβάδες
Κλητικήφετβάφετβάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →