φετινός
•
- που συμβαίνει φέτος, που αναφέρεται στην τωρινή χρονιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φετινός < φέτος + -ινός < φέτος < ἐφέτος < ἐφ' ἔτος < ἐπί + ἒτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φετινός | φετινή | φετινό |
| Γενική | φετινού | φετινής | φετινού |
| Αιτιατική | φετινό | φετινή | φετινό |
| Κλητική | φετινέ | φετινή | φετινό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φετινοί | φετινές | φετινά |
| Γενική | φετινών | φετινών | φετινών |
| Αιτιατική | φετινούς | φετινές | φετινά |
| Κλητική | φετινοί | φετινές | φετινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →