Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φετφάς

/fetˈfas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ισλαμισμόςη γνωμοδότηση του μουφτή (θρησκευτικού δικαστή των μουσουλμάνων) ή και μη θεολόγων ισλαμιστών δικηγόρων όταν ο πολιτικός δικαστής, ο καδής, αδυνατεί να καταλήξει σε απόφαση επί ενός ζητήματος Βικιλεξικό
    • επί Τουρκοκρατίας εκδίδονταν πολλοί φετφάδες
    • Οι Βρετανοί πέτυχαν την έκδοση φετφά που νομιμοποιούσε την εξουσία τους στην Ινδία.
    • Ο φετφάς σήμερα θεωρείται απολύτως εφαρμοστέος κυρίως από τους σιίτες μουσουλμάνους.
  2. κατ’ επέκτασηαπόφαση για την εκτέλεση μιας διαταγής Βικιλεξικό
    • Απειλές εναντίον της ζωής του αλλά και της οικογένειάς του αντιμετωπίζει ο αρχισυντάκτης μιας μαροκινής εφημερίδας, επειδή τόλμησε να κάνει δηλώσεις υπέρ των προγαμιαίων σχέσεων κατά τη διάρκεια ζωντανής εκπομπής σε τοπικό τηλεοπτικό δίκτυο. «Αμέσως μετά τις δηλώσεις μου ένας μουφτής στην Ούτζντα εξέδωσε φετφά για τη δολοφονία μου», δηλώνει ο δημοσιογράφος Μοκτάρ ελ – Γκζιούι. (* εφημερίδα Το Βήμα, 09.08.2012)
  3. κατ’ επέκτασηαυθαίρετη διαταγή ή απόφαση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φετφάς < όψιμη μεσαιωνική ελληνική φεϊτ(ι)φᾶς < οθωμανική τουρκική فتوی (fetva) (τουρκική fetva) με αφομοίωση [tv] > [tf] < αραβική فَتْوَى (fatwā) Συγκρίνετε με το φετβάς.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφετφάςφετφάδες
Γενικήφετφάφετφάδων
Αιτιατικήφετφάφετφάδες
Κλητικήφετφάφετφάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →