φευγατίζω
•
- βοηθώ κάποιον να δραπετεύσει Βικιλεξικό
- τον έψαχνε η γυναίκα του στο καφενείο και τον φευγάτισαν από την πίσω πόρτα Βικιλεξικό
- εξαφανίζω κάτι, το απομακρύνω Βικιλεξικό
- Φευγάτισέ το προτού μπουκάρει η αστυνομία
Ετυμολογία
φευγατίζω < φευγάτ- + -ίζω < φευγάτος < φεύγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φευγατίζω | φευγατίζεις | φευγατίζει | φευγατίζουμε | φευγατίζετε | φευγατίζουν / φευγατίζουνε |
| Παρατατικός | φευγάτιζα | φευγάτιζες | φευγάτιζε | φευγατίζαμε | φευγατίζατε | φευγάτιζαν / φευγατίζαν / φευγατίζανε |
| Αόριστος | φευγάτισα | φευγάτισες | φευγάτισε | φευγατίσαμε | φευγατίσατε | φευγάτισαν / φευγατίσαν / φευγατίσανε |
| Μέλλοντας | θα φευγατίζω / θα φευγατίσω | θα φευγατίζεις / θα φευγατίσεις | θα φευγατίζει / θα φευγατίσει | θα φευγατίζουμε / θα φευγατίσουμε | θα φευγατίζετε / θα φευγατίσετε | θα φευγατίζουν / θα φευγατίζουνε / θα φευγατίσουν / θα φευγατίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φευγατίσει | έχεις φευγατίσει | έχει φευγατίσει | έχουμε φευγατίσει | έχετε φευγατίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φευγατίσει | είχες φευγατίσει | είχε φευγατίσει | είχαμε φευγατίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φευγατίσει / να φευγατίζω / να φευγατίσω | να έχεις φευγατίσει / να φευγατίζεις / να φευγατίσεις | να έχει φευγατίσει / να φευγατίζει / να φευγατίσει | να έχουμε φευγατίσει / να φευγατίζουμε / να φευγατίσουμε | να έχετε φευγατίσει / να φευγατίζετε / να φευγατίσετε | να φευγατίζουν / να φευγατίζουνε / να φευγατίσουν / να φευγατίσουνε |
| Προστακτική | — | φευγάτιζε / φευγάτισε | — | — | φευγατίζετε / φευγατίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →