Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φευγατίζω

ρήμα
•
  1. βοηθώ κάποιον να δραπετεύσει Βικιλεξικό
  2. τον έψαχνε η γυναίκα του στο καφενείο και τον φευγάτισαν από την πίσω πόρτα Βικιλεξικό
  3. εξαφανίζω κάτι, το απομακρύνω Βικιλεξικό
    • Φευγάτισέ το προτού μπουκάρει η αστυνομία

Ετυμολογία

φευγατίζω < φευγάτ- + -ίζω < φευγάτος < φεύγω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφευγατίζωφευγατίζειςφευγατίζειφευγατίζουμεφευγατίζετεφευγατίζουν / φευγατίζουνε
Παρατατικόςφευγάτιζαφευγάτιζεςφευγάτιζεφευγατίζαμεφευγατίζατεφευγάτιζαν / φευγατίζαν / φευγατίζανε
Αόριστοςφευγάτισαφευγάτισεςφευγάτισεφευγατίσαμεφευγατίσατεφευγάτισαν / φευγατίσαν / φευγατίσανε
Μέλλονταςθα φευγατίζω / θα φευγατίσωθα φευγατίζεις / θα φευγατίσειςθα φευγατίζει / θα φευγατίσειθα φευγατίζουμε / θα φευγατίσουμεθα φευγατίζετε / θα φευγατίσετεθα φευγατίζουν / θα φευγατίζουνε / θα φευγατίσουν / θα φευγατίσουνε
Παρακείμενοςέχω φευγατίσειέχεις φευγατίσειέχει φευγατίσειέχουμε φευγατίσειέχετε φευγατίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα φευγατίσειείχες φευγατίσειείχε φευγατίσειείχαμε φευγατίσει——
Υποτακτικήνα έχω φευγατίσει / να φευγατίζω / να φευγατίσωνα έχεις φευγατίσει / να φευγατίζεις / να φευγατίσειςνα έχει φευγατίσει / να φευγατίζει / να φευγατίσεινα έχουμε φευγατίσει / να φευγατίζουμε / να φευγατίσουμενα έχετε φευγατίσει / να φευγατίζετε / να φευγατίσετενα φευγατίζουν / να φευγατίζουνε / να φευγατίσουν / να φευγατίσουνε
Προστακτική—φευγάτιζε / φευγάτισε——φευγατίζετε / φευγατίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →