Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φευγατιό

/fe.vɣaˈtço/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η αναχώρηση, η φυγή, το φευγιό Βικιλεξικό
    • … το απόγευμα που τα λέμε με τον Εντουάρντο για ταξίδια και φευγατιά, ρίχνω μια σπόντα για την αφραγκία μου … (Κωνσταντίνος Τζούμας, Πανωλεθρίαμβος (Αθήνα: Καστανιώτη, 2010), σελ. 130)
    • και τον πολεμιστή με τις ολόλευκες
    • ασπίδες του, που᾽ρθε από τ᾽ Άργος πάνοπλος,
    • τον έκαμες το φευγατιό να πάρει
    • κινώντας τον σε δρομοκόπισμα
    • με πιο γοργό από τότε χαλινάρι.
  2. η μετανάστευση Βικιλεξικό
    • Τι ήρθατε να δείτε; Τα χάλια μας, τη φτώχεια και το φευγατιό; (Ηχογράφηση γέρου στην ταινία «Αναπαράσταση» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, παρατίθεται στο: [https://openeclass.panteion.gr/modules/document/file.php/TMF226/Anaparastasi%20II.pdf Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, «Αναπαράσταση», σελ. 31 [1971].])

Ετυμολογία

φευγατιό < φευγάτ(ος) + -ιό• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφευγατιόφευγατιά
Γενικήφευγατιούφευγατιών
Αιτιατικήφευγατιόφευγατιά
Κλητικήφευγατιόφευγατιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →