φημολογώ
•
- λόγιοδιαδίδονται φήμες για κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- σπάνιοαναπαράγω αναξιόπιστες φήμες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φημολογώ < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα φημολογῶ < φήμ(η) + -ο- + -λογώ, απόδοση για την αγγλική it is rumoured.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φημολογώ | φημολογείς | φημολογεί | φημολογούμε | φημολογείτε | φημολογούν / φημολογούνε |
| Παρατατικός | φημολογούσα | φημολογούσες | φημολογούσε | φημολογούσαμε | φημολογούσατε | φημολογούσαν / φημολογούσανε |
| Αόριστος | φημολόγησα | φημολόγησες | φημολόγησε | φημολογήσαμε | φημολογήσατε | φημολογήσαν / φημολογήσανε / φημολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα φημολογήσω / θα φημολογώ | θα φημολογήσεις / θα φημολογείς | θα φημολογήσει / θα φημολογεί | θα φημολογήσουμε / θα φημολογούμε | θα φημολογήσετε / θα φημολογείτε | θα φημολογήσουν / θα φημολογήσουνε / θα φημολογούν / θα φημολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω φημολογήσει | έχεις φημολογήσει | έχει φημολογήσει | έχουμε φημολογήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φημολογήσει | είχες φημολογήσει | είχε φημολογήσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φημολογήσει / να φημολογήσω / να φημολογώ | να έχεις φημολογήσει / να φημολογήσεις / να φημολογείς | να έχει φημολογήσει / να φημολογήσει / να φημολογεί | να έχουμε φημολογήσει / να φημολογήσουμε / να φημολογούμε | να φημολογήσετε / να φημολογείτε | να φημολογήσουν / να φημολογήσουνε / να φημολογούν / να φημολογούνε |
| Προστακτική | — | έχε φημολογημένο / φημολόγησε | — | — | φημολογήστε / φημολογείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
φημολογήθηκαφημολογούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →