Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φημολογώ

/fi.mo.loˈɣo/ρήμα
•
  1. λόγιοδιαδίδονται φήμες για κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
  2. σπάνιοαναπαράγω αναξιόπιστες φήμες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φημολογώ < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα φημολογῶ < φήμ(η) + -ο- + -λογώ, απόδοση για την αγγλική it is rumoured.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφημολογώφημολογείςφημολογείφημολογούμεφημολογείτεφημολογούν / φημολογούνε
Παρατατικόςφημολογούσαφημολογούσεςφημολογούσεφημολογούσαμεφημολογούσατεφημολογούσαν / φημολογούσανε
Αόριστοςφημολόγησαφημολόγησεςφημολόγησεφημολογήσαμεφημολογήσατεφημολογήσαν / φημολογήσανε / φημολόγησαν
Μέλλονταςθα φημολογήσω / θα φημολογώθα φημολογήσεις / θα φημολογείςθα φημολογήσει / θα φημολογείθα φημολογήσουμε / θα φημολογούμεθα φημολογήσετε / θα φημολογείτεθα φημολογήσουν / θα φημολογήσουνε / θα φημολογούν / θα φημολογούνε
Παρακείμενοςέχω φημολογήσειέχεις φημολογήσειέχει φημολογήσειέχουμε φημολογήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα φημολογήσειείχες φημολογήσειείχε φημολογήσει———
Υποτακτικήνα έχω φημολογήσει / να φημολογήσω / να φημολογώνα έχεις φημολογήσει / να φημολογήσεις / να φημολογείςνα έχει φημολογήσει / να φημολογήσει / να φημολογείνα έχουμε φημολογήσει / να φημολογήσουμε / να φημολογούμενα φημολογήσετε / να φημολογείτενα φημολογήσουν / να φημολογήσουνε / να φημολογούν / να φημολογούνε
Προστακτική—έχε φημολογημένο / φημολόγησε——φημολογήστε / φημολογείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

φημολογήθηκαφημολογούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →