φθάσιμο
•
- το αποτέλεσμα τού φθάνω Βικιλεξικό
- Πάντα στον νου σου να ’χεις την Ιθάκη. / Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου. / Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου. (Κωνσταντίνος Καβάφης, Ιθάκη)
Ετυμολογία
φθάσιμο < φθάνω + -ιμο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φθάσιμο | φθασίματα |
| Γενική | φθασίματος | φθασιμάτων |
| Αιτιατική | φθάσιμο | φθασίματα |
| Κλητική | φθάσιμο | φθασίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →