Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φθάσιμο

/ˈfθa.si.mo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το αποτέλεσμα τού φθάνω Βικιλεξικό
    • Πάντα στον νου σου να ’χεις την Ιθάκη. / Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου. / Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου. (Κωνσταντίνος Καβάφης, Ιθάκη)

Ετυμολογία

φθάσιμο < φθάνω + -ιμο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφθάσιμοφθασίματα
Γενικήφθασίματοςφθασιμάτων
Αιτιατικήφθάσιμοφθασίματα
Κλητικήφθάσιμοφθασίματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →