φθειρίαση
•
- ιατρικήείδος δερματοπάθειας που προκαλείται από τις ψείρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φθειρίαση < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική φθείρ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φθειρίαση | φθειριάσεις |
| Γενική | φθειρίασης | φθειριάσεων |
| Αιτιατική | φθειρίαση | φθειριάσεις |
| Κλητική | φθειρίαση | φθειριάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →