Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φθειρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τις φθείρες ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό
  2. ψειριάρης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φθειρικός < φθείρα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφθειρικόςφθειρικήφθειρικό
Γενικήφθειρικούφθειρικήςφθειρικού
Αιτιατικήφθειρικόφθειρικήφθειρικό
Κλητικήφθειρικέφθειρικήφθειρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφθειρικοίφθειρικέςφθειρικά
Γενικήφθειρικώνφθειρικώνφθειρικών
Αιτιατικήφθειρικούςφθειρικέςφθειρικά
Κλητικήφθειρικοίφθειρικέςφθειρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →