φθειρικός
•
- που έχει σχέση με τις φθείρες ή αναφέρεται σ’ αυτές Βικιλεξικό
- ψειριάρης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φθειρικός < φθείρα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φθειρικός | φθειρική | φθειρικό |
| Γενική | φθειρικού | φθειρικής | φθειρικού |
| Αιτιατική | φθειρικό | φθειρική | φθειρικό |
| Κλητική | φθειρικέ | φθειρική | φθειρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φθειρικοί | φθειρικές | φθειρικά |
| Γενική | φθειρικών | φθειρικών | φθειρικών |
| Αιτιατική | φθειρικούς | φθειρικές | φθειρικά |
| Κλητική | φθειρικοί | φθειρικές | φθειρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →