φθινοπωριάτικος
•
- σπάνιοή (οικείο) φθινοπωρινός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φθινοπωριάτικος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φθινοπωριάτικος | φθινοπωριάτικη | φθινοπωριάτικο |
| Γενική | φθινοπωριάτικου | φθινοπωριάτικης | φθινοπωριάτικου |
| Αιτιατική | φθινοπωριάτικο | φθινοπωριάτικη | φθινοπωριάτικο |
| Κλητική | φθινοπωριάτικε | φθινοπωριάτικη | φθινοπωριάτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φθινοπωριάτικοι | φθινοπωριάτικες | φθινοπωριάτικα |
| Γενική | φθινοπωριάτικων | φθινοπωριάτικων | φθινοπωριάτικων |
| Αιτιατική | φθινοπωριάτικους | φθινοπωριάτικες | φθινοπωριάτικα |
| Κλητική | φθινοπωριάτικοι | φθινοπωριάτικες | φθινοπωριάτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →