Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φθινοπωριάτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοή (οικείο) φθινοπωρινός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φθινοπωριάτικος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφθινοπωριάτικοςφθινοπωριάτικηφθινοπωριάτικο
Γενικήφθινοπωριάτικουφθινοπωριάτικηςφθινοπωριάτικου
Αιτιατικήφθινοπωριάτικοφθινοπωριάτικηφθινοπωριάτικο
Κλητικήφθινοπωριάτικεφθινοπωριάτικηφθινοπωριάτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφθινοπωριάτικοιφθινοπωριάτικεςφθινοπωριάτικα
Γενικήφθινοπωριάτικωνφθινοπωριάτικωνφθινοπωριάτικων
Αιτιατικήφθινοπωριάτικουςφθινοπωριάτικεςφθινοπωριάτικα
Κλητικήφθινοπωριάτικοιφθινοπωριάτικεςφθινοπωριάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →