φθονώ
•
- ζηλεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φθονώ < αρχαία ελληνική φθονέω-ῶ < φθόνος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φθονώ | φθονείς / φθόνει | φθονεί | φθονούμε | φθονείτε | φθονούν |
| Παρατατικός | φθονούσα | φθονούσες | φθονούσε | φθονούσαμε | φθονούσατε | φθονούσαν |
| Αόριστος | φθονήσω / φθόνησα | φθονήσεις / φθόνησε / φθόνησες | φθονήσει / φθόνησε | φθονήσαμε / φθονήσουμε | φθονήσατε / φθονήσετε / φθονήστε | φθονήσουν / φθόνησαν |
| Μέλλοντας | θα φθονήσω / θα φθονώ | θα φθονήσεις / θα φθονείς | θα φθονήσει / θα φθονεί | θα φθονήσουμε / θα φθονούμε | θα φθονήσετε / θα φθονείτε | θα φθονήσουν / θα φθονούν |
| Παρακείμενος | έχω φθονήσει | έχεις φθονήσει | έχει φθονήσει | έχουμε φθονήσει | έχετε φθονήσει | έχουν φθονήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα φθονήσει | είχες φθονήσει | είχε φθονήσει | είχαμε φθονήσει | είχατε φθονήσει | είχαν φθονήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →