Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φθορά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η σταδιακή υλική ζημιά Βικιλεξικό
    • ένας προσεκτικός έλεγχος έδειξε τις φθορές που έχουν υποστεί οι καλωδιώσεις με το πέρασμα του χρόνου
  2. η σταδιακή μείωση της σημασίας ή του κύρους. Βικιλεξικό
    • η φθορά των ηθών στην κοινωνία της αρχαίας Κορίνθου ήταν πολύ μεγάλη
    • Η ταχεία φθορά του κυβερνώντος κόμματος, που μετά την επάνοδό του στην εξουσία φάνηκε να ακολουθεί μια «χαμηλή πτήση» και μια μάλλον «άνευρη πολιτική», αναμενόμενη ή όχι μέσα σε ένα κλίμα ανοικτών πια αμφισβητήσεων και εντεινόμενης «διαδοχολογίας» αλλά και των προβλημάτων της υγείας του (πρωθυπουργού) (Αντώνης Μακρυδημήτρης, Οι πρωθυπουργοί της Ελλάδος: 1828-1997, Ελλάδα, εκδ. Ι. Σιδέρης, 1997, σελ. 276)
    • πολλές φορές, για τη φθορά των συνειδήσεων, χρησιμοποιείται η προπαγάνδα

Ετυμολογία

φθορά < αρχαία ελληνική φθορά < φθείρω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφθοράφθορές
Γενικήφθοράςφθορών
Αιτιατικήφθοράφθορές
Κλητικήφθοράφθορές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →