φθορίζω
•
- ακτινοβολώ μετατρέποντας την ακτινοβολία που δέχομαι σε αντίστοιχη μεγαλύτερου μήκους κύματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φθορίζω < φθόρ(ιο) + -ίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική fluorescer)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φθορίζω | φθορίζεις | φθορίζει | φθορίζουμε | φθορίζετε | φθορίζουν / φθορίζουνε |
| Παρατατικός | φθόριζα | φθόριζες | φθόριζε | φθορίζαμε | φθορίζατε | φθορίζαν / φθορίζανε / φθόριζαν |
| Αόριστος | φθόρισα | φθόρισες | φθόρισε | φθορίσαμε | φθορίσατε | φθορίσαν / φθορίσανε / φθόρισαν |
| Μέλλοντας | θα φθορίζω / θα φθορίσω | θα φθορίζεις / θα φθορίσεις | θα φθορίζει / θα φθορίσει | θα φθορίζουμε / θα φθορίσουμε | θα φθορίζετε / θα φθορίσετε | θα φθορίζουν / θα φθορίζουνε / θα φθορίσουν / θα φθορίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φθορίσει | έχεις φθορίσει | έχει φθορίσει | έχουμε φθορίσει | έχετε φθορίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φθορίσει | είχες φθορίσει | είχε φθορίσει | είχαμε φθορίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φθορίσει / να φθορίζω / να φθορίσω | να έχεις φθορίσει / να φθορίζεις / να φθορίσεις | να έχει φθορίσει / να φθορίζει / να φθορίσει | να έχουμε φθορίσει / να φθορίζουμε / να φθορίσουμε | να έχετε φθορίσει / να φθορίζετε / να φθορίσετε | να φθορίζουν / να φθορίζουνε / να φθορίσουν / να φθορίσουνε |
| Προστακτική | — | φθόριζε / φθόρισε | — | — | φθορίζετε / φθορίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →