φιγουρίνι
•
- το σχέδιο, πατρόν για να ραφτεί ένα ρούχο Βικιλεξικό
- περιοδικό με σχέδια και πατρόν ή με φωτογραφίες ρούχων οίκων μόδας Βικιλεξικό
- ...στο πάτωμα τα νυφικά της παπούτσια, μεταξωτά, με τακούνι λαξεμένα προς τα μέσα. Έχουν φτιαχτεί στα μέτρα της, με σχέδιο ξεσηκωμένο από γαλλικό φιγουρίνι μόδας, από το υποδηματοποιείο «Η Πρόοδος» του Ζωιόπουλου, ο οποίος είναι και προμηθευτής της βασιλικής Αυλής. (Φιλομήλα Λαπατά, Η ξυπόλυτη των Αθηνών, εκδ. Καστανιώτη, 2010)
- 1888 Σοφοκλῆς Καρύδης, Ἡ κυρία Τριγκιτράγκα
- γυναίκα λεπτή και όμορφη που είναι ντυμένη σαν μοντέλο, με ρούχα της μόδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιγουρίνι < ιταλική λέξη figurino (σχέδιο ή πατρόν ρούχων)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φιγουρίνι | φιγουρίνια |
| Γενική | φιγουρινιού | φιγουρινιών |
| Αιτιατική | φιγουρίνι | φιγουρίνια |
| Κλητική | φιγουρίνι | φιγουρίνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →