φιγουρατζίδικος
•
- αυτός που του αρέσει η φιγούρα ή αυτό που έχει ως κύριο στόχο ή χαρακτηριστικό τη φιγούρα και ως δευτερεύοντα τη λειτουργικότητα Βικιλεξικό
- φιγουρατζίδικο αυτοκίνητο
Ετυμολογία
φιγουρατζίδικος < φιγουρατζ-ης + -ίδικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιγουρατζίδικος | φιγουρατζίδικη | φιγουρατζίδικο |
| Γενική | φιγουρατζίδικου | φιγουρατζίδικης | φιγουρατζίδικου |
| Αιτιατική | φιγουρατζίδικο | φιγουρατζίδικη | φιγουρατζίδικο |
| Κλητική | φιγουρατζίδικε | φιγουρατζίδικη | φιγουρατζίδικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιγουρατζίδικοι | φιγουρατζίδικες | φιγουρατζίδικα |
| Γενική | φιγουρατζίδικων | φιγουρατζίδικων | φιγουρατζίδικων |
| Αιτιατική | φιγουρατζίδικους | φιγουρατζίδικες | φιγουρατζίδικα |
| Κλητική | φιγουρατζίδικοι | φιγουρατζίδικες | φιγουρατζίδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →