Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιγουρατζίδικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που του αρέσει η φιγούρα ή αυτό που έχει ως κύριο στόχο ή χαρακτηριστικό τη φιγούρα και ως δευτερεύοντα τη λειτουργικότητα Βικιλεξικό
    • φιγουρατζίδικο αυτοκίνητο

Ετυμολογία

φιγουρατζίδικος < φιγουρατζ-ης + -ίδικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιγουρατζίδικοςφιγουρατζίδικηφιγουρατζίδικο
Γενικήφιγουρατζίδικουφιγουρατζίδικηςφιγουρατζίδικου
Αιτιατικήφιγουρατζίδικοφιγουρατζίδικηφιγουρατζίδικο
Κλητικήφιγουρατζίδικεφιγουρατζίδικηφιγουρατζίδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιγουρατζίδικοιφιγουρατζίδικεςφιγουρατζίδικα
Γενικήφιγουρατζίδικωνφιγουρατζίδικωνφιγουρατζίδικων
Αιτιατικήφιγουρατζίδικουςφιγουρατζίδικεςφιγουρατζίδικα
Κλητικήφιγουρατζίδικοιφιγουρατζίδικεςφιγουρατζίδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →