φιδίσιος
•
- που προέρχεται από φίδι, σχετίζεται μ' αυτό Βικιλεξικό
- φιδίσιο δέρμα
- φιδίσια γλώσσα (κυριολεκτικά, για το όργανο του στόματος: μυτερή γλώσσα)
- που μοιάζει με φίδι Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπου δεν έχει σχήμα ευθύ ή ίσιο· που ελίσσεται Βικιλεξικό
- φιδίσιος δρόμος
- μεταφορικάπου είναι ευλύγιστος, λυγερόκορμος Βικιλεξικό
- φιδίσιο κορμί
- έχεις ομορφιά φιδίσια | τί γυρεύεις στα Πατήσια; (στίχοι του Νικόλα Άσιμου από το τραγούδι «Λίνα»)
- μεταφορικάπου είναι ύπουλος, φαρμακερός, φαρμακόγλωσσος, επικίνδυνος Βικιλεξικό
- φιδίσια συμπεριφορά, φιδίσια γλώσσα (για την ομιλία, τα λεγόμενα)
Ετυμολογία
φιδίσιος < φίδ(ι) + -ίσιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιδίσιος | φιδίσια | φιδίσιο |
| Γενική | φιδίσιου | φιδίσιας | φιδίσιου |
| Αιτιατική | φιδίσιο | φιδίσια | φιδίσιο |
| Κλητική | φιδίσιε | φιδίσια | φιδίσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιδίσιοι | φιδίσιες | φιδίσια |
| Γενική | φιδίσιων | φιδίσιων | φιδίσιων |
| Αιτιατική | φιδίσιους | φιδίσιες | φιδίσια |
| Κλητική | φιδίσιοι | φιδίσιες | φιδίσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →