Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιδίσιος

/fiˈði.sços/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προέρχεται από φίδι, σχετίζεται μ' αυτό Βικιλεξικό
    • φιδίσιο δέρμα
    • φιδίσια γλώσσα (κυριολεκτικά, για το όργανο του στόματος: μυτερή γλώσσα)
  2. που μοιάζει με φίδι Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηπου δεν έχει σχήμα ευθύ ή ίσιο· που ελίσσεται Βικιλεξικό
    • φιδίσιος δρόμος
  4. μεταφορικάπου είναι ευλύγιστος, λυγερόκορμος Βικιλεξικό
    • φιδίσιο κορμί
    • έχεις ομορφιά φιδίσια | τί γυρεύεις στα Πατήσια; (στίχοι του Νικόλα Άσιμου από το τραγούδι «Λίνα»)
  5. μεταφορικάπου είναι ύπουλος, φαρμακερός, φαρμακόγλωσσος, επικίνδυνος Βικιλεξικό
    • φιδίσια συμπεριφορά, φιδίσια γλώσσα (για την ομιλία, τα λεγόμενα)

Ετυμολογία

φιδίσιος < φίδ(ι) + -ίσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιδίσιοςφιδίσιαφιδίσιο
Γενικήφιδίσιουφιδίσιαςφιδίσιου
Αιτιατικήφιδίσιοφιδίσιαφιδίσιο
Κλητικήφιδίσιεφιδίσιαφιδίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιδίσιοιφιδίσιεςφιδίσια
Γενικήφιδίσιωνφιδίσιωνφιδίσιων
Αιτιατικήφιδίσιουςφιδίσιεςφιδίσια
Κλητικήφιδίσιοιφιδίσιεςφιδίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →