Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιλάρας

/fiˈla.ɾas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προσφώνησηφίλος Βικιλεξικό
    • «Γιάννη, Αδερφέ μου, Φιλάρα!» τον αγκάλιασε πασίχαρος με τα δρακόντεια χέρια του ο κουστουμαρισμένος κι απόλυτα αυτάρκης τώρα πια Πανάρετος.

Ετυμολογία

φιλάρας < φίλ(ος) + -άρας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφιλάραςφιλάρες
Γενικήφιλάραφιλάρων
Αιτιατικήφιλάραφιλάρες
Κλητικήφιλάραφιλάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →