φιλάρας
•
- προσφώνησηφίλος Βικιλεξικό
- «Γιάννη, Αδερφέ μου, Φιλάρα!» τον αγκάλιασε πασίχαρος με τα δρακόντεια χέρια του ο κουστουμαρισμένος κι απόλυτα αυτάρκης τώρα πια Πανάρετος.
Ετυμολογία
φιλάρας < φίλ(ος) + -άρας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλάρας | φιλάρες |
| Γενική | φιλάρα | φιλάρων |
| Αιτιατική | φιλάρα | φιλάρες |
| Κλητική | φιλάρα | φιλάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →