φιλέλληνας
•
- ξένος υπήκοος που συμπαθεί, αγαπάει, θαυμάζει ή στηρίζει τους Έλληνες, την Ελλάδα ή γενικότερα τον ελληνισμό Βικιλεξικό
- (ιστορία) Οι Φιλέλληνες του 1821.
Ετυμολογία
φιλέλληνας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα φιλέλλην, με λαϊκό μεταπλασμό σε -ας κατά το Έλληνας < αρχαία ελληνική φιλέλλην. Συγχρονικά αναλύεται σε φιλ- + Έλληνας.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλέλληνας | φιλέλληνες |
| Γενική | φιλέλληνα | φιλελλήνων |
| Αιτιατική | φιλέλληνα | φιλέλληνες |
| Κλητική | φιλέλληνα | φιλέλληνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →