Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιλήκοος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο καλός ακροατής, αυτός που του αρέσει να ακούει τους άλλους, τον καημό τους ή όσα έχουν γενικά να πουν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φιλήκοος < αρχαία ελληνική φιλήκοος < φιλώ + ακοή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλήκοοςφιλήκοη / φιλήκοοςφιλήκοο
Γενικήφιλήκοου / φιληκόουφιλήκοης / φιληκόουφιλήκοου / φιληκόου
Αιτιατικήφιλήκοοφιλήκοη / φιλήκοοφιλήκοο
Κλητικήφιλήκοεφιλήκοε / φιλήκοηφιλήκοο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλήκοοιφιλήκοες / φιλήκοοιφιλήκοα
Γενικήφιλήκοων / φιληκόωνφιλήκοων / φιληκόωνφιλήκοων / φιληκόων
Αιτιατικήφιλήκοους / φιληκόουςφιλήκοες / φιληκόουςφιλήκοα
Κλητικήφιλήκοοιφιλήκοες / φιλήκοοιφιλήκοα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →