Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιλαλήθης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου αγαπά την αλήθεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φιλαλήθης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φιλαλήθης < φιλ- + αληθής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλαλήθης—φιλάληθες
Γενικήφιλαλήθους—φιλαλήθους
Αιτιατικήφιλαλήθη—φιλάληθες
Κλητικήφιλαλήθη—φιλάληθες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλαλήθεις—φιλαλήθη
Γενικήφιλαλήθων—φιλαλήθων
Αιτιατικήφιλαλήθεις—φιλαλήθη
Κλητικήφιλαλήθεις—φιλαλήθη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →