Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιλανθρωπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη φιλανθρωπία Βικιλεξικό
    • Τοῦτο δὲν τὸ λέγω ἐγώ, τὸ λέγουν οἱ μεγάλοι φιλόσοφοι, ὁ Σπένσερ καὶ ὁ Δαρβίνος, ποὺ ἀπέδειξαν πόσον ἀπάνθρωπα εἶναι τὰ λεγόμενα φιλανθρωπικὰ καταστήματα, τὰ ἄσυλα τῶν ἀνιάτων, τὰ γηροκομεῖα καὶ τὰ λεπροκομεῖα. (Εμμανουήλ Ροΐδης, Μονόλογος ευαισθήτου ανδρός, πρώτη δημοσίευση: Εφημερίδα «Εμπρός», 11 Νοεμβρίου 1896)

Ετυμολογία

φιλανθρωπικός < φιλανθρωπία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλανθρωπικόςφιλανθρωπικήφιλανθρωπικό
Γενικήφιλανθρωπικούφιλανθρωπικήςφιλανθρωπικού
Αιτιατικήφιλανθρωπικόφιλανθρωπικήφιλανθρωπικό
Κλητικήφιλανθρωπικέφιλανθρωπικήφιλανθρωπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλανθρωπικοίφιλανθρωπικέςφιλανθρωπικά
Γενικήφιλανθρωπικώνφιλανθρωπικώνφιλανθρωπικών
Αιτιατικήφιλανθρωπικούςφιλανθρωπικέςφιλανθρωπικά
Κλητικήφιλανθρωπικοίφιλανθρωπικέςφιλανθρωπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →