Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιλειρηνικός

/fi.li.ɾi.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που χαρακτηρίζεται από αγάπη για την ειρήνη στη δημόσια ζωή αλλά και στην ιδιωτική, στην καθημερινή ρουτίνα, ο μη ανταγωνιστικός Βικιλεξικό
  2. που επιδιώκει και προωθεί τη διασφάλιση της ειρήνης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φιλειρηνικός < φιλ- + ειρηνικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλειρηνικόςφιλειρηνικήφιλειρηνικό
Γενικήφιλειρηνικούφιλειρηνικήςφιλειρηνικού
Αιτιατικήφιλειρηνικόφιλειρηνικήφιλειρηνικό
Κλητικήφιλειρηνικέφιλειρηνικήφιλειρηνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλειρηνικοίφιλειρηνικέςφιλειρηνικά
Γενικήφιλειρηνικώνφιλειρηνικώνφιλειρηνικών
Αιτιατικήφιλειρηνικούςφιλειρηνικέςφιλειρηνικά
Κλητικήφιλειρηνικοίφιλειρηνικέςφιλειρηνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →