φιλελές
•
- αργκόαυτός που ασπάζεται στην πολιτική τον φιλελευθερισμό / νεοφιλελευθερισμό Βικιλεξικό
- Γενικώς ελέγχεσαι ως «φιλελές» όταν είσαι αυτό που δεν αρέσει στα θορυβώδη αμφιθέατρα ή, τέλος πάντων, δυσφορείς πια με ανεδαφικά κλισέ και παραμύθιασμα με όρους και κώδικες των 70s.
- athensvoice.gr
Ετυμολογία
φιλελές (νεολογισμός) < περικοπή του νεοφιλελεύθερος → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλελές | φιλελέδες |
| Γενική | φιλελέ | φιλελέδων |
| Αιτιατική | φιλελέ | φιλελέδες |
| Κλητική | φιλελέ | φιλελέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →