φιλεπιστήμων
•
- σπάνιοπου επιδεικνύει ευμενή διάθεση προς την επιστήμη και τους επιστήμονες Βικιλεξικό
- σπάνιοφιλομαθής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιλεπιστήμων < ελληνιστική κοινή φιλεπιστήμων < αρχαία ελληνική φίλος + ἐπιστήμων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →