φιλεργατικός
•
- που είναι ευνοϊκός προς τους εργάτες αλλά και ευρύτερα, φιλικός προς εργαζόμενους με σχετικά χαμηλό εισόδημα, οι οποίοι δεν είναι εργάτες βιομηχανικοί, αλλά απασχολούνται ως υπάλληλοι σε επιχείρηση άλλου χωρίς πάντως να είναι ανώτερα στελέχη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιλεργατικός < φιλ- + εργατικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική prolabour)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλεργατικός | φιλεργατική | φιλεργατικό |
| Γενική | φιλεργατικού | φιλεργατικής | φιλεργατικού |
| Αιτιατική | φιλεργατικό | φιλεργατική | φιλεργατικό |
| Κλητική | φιλεργατικέ | φιλεργατική | φιλεργατικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλεργατικοί | φιλεργατικές | φιλεργατικά |
| Γενική | φιλεργατικών | φιλεργατικών | φιλεργατικών |
| Αιτιατική | φιλεργατικούς | φιλεργατικές | φιλεργατικά |
| Κλητική | φιλεργατικοί | φιλεργατικές | φιλεργατικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →