Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιλεργατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι ευνοϊκός προς τους εργάτες αλλά και ευρύτερα, φιλικός προς εργαζόμενους με σχετικά χαμηλό εισόδημα, οι οποίοι δεν είναι εργάτες βιομηχανικοί, αλλά απασχολούνται ως υπάλληλοι σε επιχείρηση άλλου χωρίς πάντως να είναι ανώτερα στελέχη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φιλεργατικός < φιλ- + εργατικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική prolabour)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλεργατικόςφιλεργατικήφιλεργατικό
Γενικήφιλεργατικούφιλεργατικήςφιλεργατικού
Αιτιατικήφιλεργατικόφιλεργατικήφιλεργατικό
Κλητικήφιλεργατικέφιλεργατικήφιλεργατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλεργατικοίφιλεργατικέςφιλεργατικά
Γενικήφιλεργατικώνφιλεργατικώνφιλεργατικών
Αιτιατικήφιλεργατικούςφιλεργατικέςφιλεργατικά
Κλητικήφιλεργατικοίφιλεργατικέςφιλεργατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →