φιλολογία
•
- η επιστήμη που μελετά σε πανεπιστημιακό επίπεδο τη λογοτεχνία, τη γλώσσα, τα γραπτά μνημεία παλαιότερων εποχών αλλά και τα σημαντικά από τα σύγχρονα, αυτά που έχουν ξεχωρίσει Βικιλεξικό
- η λογοτεχνία συνολικά ενός λαού, το σύνολο των γραπτών κυρίως έργων ενός έθνους (γαλλική φιλολογία, αγγλική φιλολογία κ.λπ.) Βικιλεξικό
- τα κείμενα που συνιστούν το σώμα γνώσεων ενός κλάδου ή τομέα σκέψης (ιατρική φιλολογία, μαρξιστική φιλολογία) Βικιλεξικό
- η φλυαρία Βικιλεξικό
- Δεν παρατάτε τις φιλολογίες να κάνουμε και καμιά δουλειά
Ετυμολογία
φιλολογία < αρχαία ελληνική φιλολογία < φιλόλογος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλολογία | φιλολογίες |
| Γενική | φιλολογίας | φιλολογιών |
| Αιτιατική | φιλολογία | φιλολογίες |
| Κλητική | φιλολογία | φιλολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →