φιλοξενούμενος
•
- ο επισκέπτης, αυτός που τον υποδέχεται κάποιος στο σπίτι του ή στην περιοχή του Βικιλεξικό
- η χορωδία θα είναι φιλοξενούμενη του Μεγάρου Μουσικής
Ετυμολογία
φιλοξενούμενος < φιλοξενούμαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλοξενούμενη / φιλοξενούμενος / φιλοξενούμενο | φιλοξενούμενες / φιλοξενούμενοι / φιλοξενούμενα |
| Γενική | φιλοξενούμενης / φιλοξενούμενου / φιλοξενούμενου | φιλοξενούμενων / φιλοξενούμενων / φιλοξενούμενων |
| Αιτιατική | φιλοξενούμενη / φιλοξενούμενο / φιλοξενούμενο | φιλοξενούμενες / φιλοξενούμενους / φιλοξενούμενα |
| Κλητική | φιλοξενούμενη / φιλοξενούμενε / φιλοξενούμενο | φιλοξενούμενες / φιλοξενούμενοι / φιλοξενούμενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →