φιλοπράγμων
•
- ο δραστήριος, που δεν έχει ησυχία, που θέλει διαρκώς να κάνει κάτι (συνήθως αλλά όχι και πάντα, χρήσιμο) Βικιλεξικό
- που του αρέσει να ασχολείται με πολλά, ο πολυπράγμων, όχι απαραιτήτως ταυτόχρονα, ο πολυάσχολος (επειδή όμως αυτό του αρέσει και όχι επειδή επιβάλλεται από αντικειμενικές συνθήκες) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιλοπράγμων < αρχαία ελληνική φιλοπράγμων
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλοπράγμονας / φιλοπράγμων | φιλοπράγμων | φιλοπράγμον |
| Γενική | φιλοπράγμονα / φιλοπράγμονος | φιλοπράγμονος | φιλοπράγμονος |
| Αιτιατική | φιλοπράγμονα | φιλοπράγμονα | φιλοπράγμον |
| Κλητική | φιλοπράγμονα / φιλοπράγμων | φιλοπράγμων | φιλοπράγμον |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλοπράγμονες | φιλοπράγμονες | φιλοπράγμονα |
| Γενική | φιλοπραγμόνων | φιλοπραγμόνων | φιλοπραγμόνων |
| Αιτιατική | φιλοπράγμονες | φιλοπράγμονες | φιλοπράγμονα |
| Κλητική | φιλοπράγμονες | φιλοπράγμονες | φιλοπράγμονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →