Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιλοπράγμων

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο δραστήριος, που δεν έχει ησυχία, που θέλει διαρκώς να κάνει κάτι (συνήθως αλλά όχι και πάντα, χρήσιμο) Βικιλεξικό
  2. που του αρέσει να ασχολείται με πολλά, ο πολυπράγμων, όχι απαραιτήτως ταυτόχρονα, ο πολυάσχολος (επειδή όμως αυτό του αρέσει και όχι επειδή επιβάλλεται από αντικειμενικές συνθήκες) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φιλοπράγμων < αρχαία ελληνική φιλοπράγμων

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλοπράγμονας / φιλοπράγμωνφιλοπράγμωνφιλοπράγμον
Γενικήφιλοπράγμονα / φιλοπράγμονοςφιλοπράγμονοςφιλοπράγμονος
Αιτιατικήφιλοπράγμοναφιλοπράγμοναφιλοπράγμον
Κλητικήφιλοπράγμονα / φιλοπράγμωνφιλοπράγμωνφιλοπράγμον

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλοπράγμονεςφιλοπράγμονεςφιλοπράγμονα
Γενικήφιλοπραγμόνωνφιλοπραγμόνωνφιλοπραγμόνων
Αιτιατικήφιλοπράγμονεςφιλοπράγμονεςφιλοπράγμονα
Κλητικήφιλοπράγμονεςφιλοπράγμονεςφιλοπράγμονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →