φιλοσοφικότητα
•
- η τάση να φιλοσοφεί κάποιος συχνά, να έχει τη φιλοσοφία ως τρόπο ζωής ή να αντιμετωπίζει τη ζωή φιλοσοφικά Βικιλεξικό
- η εγκαρτέρηση και η στωικότητα στις δυσκολίες Βικιλεξικό
- αντιμετωπίζει το πρόβλημα με φιλοσοφικότητα
Ετυμολογία
φιλοσοφικότητα < (καθαρεύουσα) φιλοσοφικ(ότης) + -ότητα < φιλοσοφικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλοσοφικότητα | φιλοσοφικότητες |
| Γενική | φιλοσοφικότητας | φιλοσοφικοτήτων |
| Αιτιατική | φιλοσοφικότητα | φιλοσοφικότητες |
| Κλητική | φιλοσοφικότητα | φιλοσοφικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →