Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιλοσοφικότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η τάση να φιλοσοφεί κάποιος συχνά, να έχει τη φιλοσοφία ως τρόπο ζωής ή να αντιμετωπίζει τη ζωή φιλοσοφικά Βικιλεξικό
  2. η εγκαρτέρηση και η στωικότητα στις δυσκολίες Βικιλεξικό
    • αντιμετωπίζει το πρόβλημα με φιλοσοφικότητα

Ετυμολογία

φιλοσοφικότητα < (καθαρεύουσα) φιλοσοφικ(ότης) + -ότητα < φιλοσοφικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφιλοσοφικότηταφιλοσοφικότητες
Γενικήφιλοσοφικότηταςφιλοσοφικοτήτων
Αιτιατικήφιλοσοφικότηταφιλοσοφικότητες
Κλητικήφιλοσοφικότηταφιλοσοφικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →