φιλοσοφώ
•
- ασχολούμαι με τη φιλοσοφία Βικιλεξικό
- θέτω ερωτήματα για θέματα που ο μέσος άνθρωπος θεωρεί δεδομένα Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροσπαθώ να δω τη ζωή ή μια συγκεκριμένη κατάσταση στις ευρύτερες διαστάσεις της, πιο αποστασιοποιημένα Βικιλεξικό
- Έχω φιλοσοφήσει στη ζωή και έχω βγάλει δυο συμπεράσματα: το πρώτο είναι ότι με αγαπάω. Ξέρετε αυτό τι δύναμη μου δίνει; Και το δεύτερο είναι πως ό,τι καλό και να συμβεί καλώς να έρθει, ό,τι κακό… ζαμάν φου. (reader.gr, 30/06/2025 https://www.reader.gr/lifestyle/fotis-metaxopoylos-i-syntrofos-moy-einai-50-hronia-neoteri-itan-thaymastria-moy/605672)
Ετυμολογία
φιλοσοφώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φιλοσοφῶ, συνηρημένος τύπος του φιλοσφέω < φιλόσοφος < (φιλέω) φιλό- + σοφός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φιλοσοφώ | φιλοσοφείς | φιλοσοφεί | φιλοσοφούμε | φιλοσοφείτε | φιλοσοφούν / φιλοσοφούνε |
| Παρατατικός | φιλοσοφούσα | φιλοσοφούσες | φιλοσοφούσε | φιλοσοφούσαμε | φιλοσοφούσατε | φιλοσοφούσαν / φιλοσοφούσανε |
| Αόριστος | φιλοσόφησα | φιλοσόφησες | φιλοσόφησε | φιλοσοφήσαμε | φιλοσοφήσατε | φιλοσοφήσαν / φιλοσοφήσανε / φιλοσόφησαν |
| Μέλλοντας | θα φιλοσοφήσω / θα φιλοσοφώ | θα φιλοσοφήσεις / θα φιλοσοφείς | θα φιλοσοφήσει / θα φιλοσοφεί | θα φιλοσοφήσουμε / θα φιλοσοφούμε | θα φιλοσοφήσετε / θα φιλοσοφείτε | θα φιλοσοφήσουν / θα φιλοσοφήσουνε / θα φιλοσοφούν / θα φιλοσοφούνε |
| Παρακείμενος | έχω φιλοσοφήσει | έχεις φιλοσοφήσει | έχει φιλοσοφήσει | έχουμε φιλοσοφήσει | έχετε φιλοσοφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φιλοσοφήσει | είχες φιλοσοφήσει | είχε φιλοσοφήσει | είχαμε φιλοσοφήσει | είχατε φιλοσοφήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω φιλοσοφήσει / να φιλοσοφήσω / να φιλοσοφώ | να έχεις φιλοσοφήσει / να φιλοσοφήσεις / να φιλοσοφείς | να έχει φιλοσοφήσει / να φιλοσοφήσει / να φιλοσοφεί | να έχουμε φιλοσοφήσει / να φιλοσοφήσουμε / να φιλοσοφούμε | να έχετε φιλοσοφήσει / να φιλοσοφήσετε / να φιλοσοφείτε | να φιλοσοφήσουν / να φιλοσοφήσουνε / να φιλοσοφούν / να φιλοσοφούνε |
| Προστακτική | — | φιλοσόφησε | — | — | φιλοσοφήστε / φιλοσοφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →