φιλτράρισμα
•
- το αποτέλεσμα του φιλτράρω για υλικές ουσίες αλλά και συναισθήματα, σκέψεις, γνώσεις Βικιλεξικό
- προγραμματισμόςη διαδικασία κατά την οποία μία ακολουθία (sequence) ή ροή (stream) δεδομένων επεξεργάζεται και παράγει μία νέα ακολουθία ή ροή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιλτράρισμα < φιλτράρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλτράρισμα | φιλτραρίσματα |
| Γενική | φιλτραρίσματος | φιλτραρισμάτων |
| Αιτιατική | φιλτράρισμα | φιλτραρίσματα |
| Κλητική | φιλτράρισμα | φιλτραρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →