φιλτράρω
•
- περνώ από φίλτρο υλικό για να το καθαρίσω από στερεά υπολείμματα άλλων ουσιών Βικιλεξικό
- μεταφορικάπερνάω από φίλτρο τις θεωρίες, απόψεις, γνώμες, γνώσεις των άλλων προτού κρατήσω για εμένα εκείνο που θέλω, απορρίπτοντας όσα στοιχεία δεν με βρίσκουν σύμφωνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιλτράρω < φίλτρο από τα ιταλικά < αρχαία ελληνική φίλτρον
Άλλοι τύποι
φίλτραραφιλτράρησα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →