φιλόδοξος
•
- για ανθρώπουςπου θέλει να αποκτήσει δόξα ή μια σημαντική θέση στην κοινωνία Βικιλεξικό
- θέλει να γίνει γενικός διευθυντής πολυεθνικής εταιρίας, είναι φιλόδοξος.
- για σχέδιασχέδια με υψηλούς ή τολμηρούς στόχους Βικιλεξικό
- έχει φιλόδοξα σχέδια
Ετυμολογία
φιλόδοξος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φιλόδοξος < φιλό- + -δοξος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλόδοξος | φιλόδοξη | φιλόδοξο |
| Γενική | φιλόδοξου | φιλόδοξης | φιλόδοξου |
| Αιτιατική | φιλόδοξο | φιλόδοξη | φιλόδοξο |
| Κλητική | φιλόδοξε | φιλόδοξη | φιλόδοξο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλόδοξοι | φιλόδοξες | φιλόδοξα |
| Γενική | φιλόδοξων | φιλόδοξων | φιλόδοξων |
| Αιτιατική | φιλόδοξους | φιλόδοξες | φιλόδοξα |
| Κλητική | φιλόδοξοι | φιλόδοξες | φιλόδοξα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →