φιλόκαλος
•
- που αγαπά το ωραίο, το όμορφο, το καλό. Παλιότερα εννοείτο ότι αγαπούσε και το σωστό ή (στην αρχαιότητα) και τις τιμές Βικιλεξικό
- καὶ ὅτι ἕκαστον ἔτος παρερχόμενον προστίθησι καὶ μίαν ῥυτίδα εἰς τὰ ῥόδα τοῦ προσώπου των, ἀφαιρεῖ δὲ καὶ ἕνα ὀδόντα ἢ ἕνα βόστρυχον ἐκ τῆς ὡραίας κόμης των ἢ καὶ, ἔστω, ἐκ τῆς ὡραίας καὶ φιλοκάλου… φενάκης των. (⌘ Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του Έτους 1886)
Ετυμολογία
φιλόκαλος < αρχαία ελληνική φιλόκαλος < φίλος + καλός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλόκαλος | φιλόκαλη | φιλόκαλο |
| Γενική | φιλόκαλου | φιλόκαλης | φιλόκαλου |
| Αιτιατική | φιλόκαλο | φιλόκαλη | φιλόκαλο |
| Κλητική | φιλόκαλε | φιλόκαλη | φιλόκαλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φιλόκαλοι | φιλόκαλες | φιλόκαλα |
| Γενική | φιλόκαλων | φιλόκαλων | φιλόκαλων |
| Αιτιατική | φιλόκαλους | φιλόκαλες | φιλόκαλα |
| Κλητική | φιλόκαλοι | φιλόκαλες | φιλόκαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →