Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιλόνι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φλέβα κοιτάσματος ενός μετάλλου Βικιλεξικό
    • Είμαι, να ξέρεις, καλός μιναδόρος· καταλαβαίνω από μέταλλα, βρίσκω φιλόνια, ανοίγω γαλαρίες, κατεβαίνω στα πηγάδια, δε φοβούμαι. (Ν. Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά)
  2. το φελόνι ή φαιλόνιο (αμάνικο άμφιο) Βικιλεξικό
    • ποιος παπάς μωρέ Θύμιο μου ... δε λειτουργεί ... γιε μ’ χωρίς μην έχει φιλόνι (Δημοτικό τραγούδι από την Κοζάνη)

Ετυμολογία

φιλόνι < → λείπει η ετυμολογία # φιλόνι < φελόνι ή φαιλόνιο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφιλόνιφιλόνια
Γενικήφιλονιούφιλονιών
Αιτιατικήφιλόνιφιλόνια
Κλητικήφιλόνιφιλόνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →