Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιλόπτωχος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο φιλάνθρωπος, που βοηθά / φροντίζει τους φτωχούς Βικιλεξικό
    • Πόσο γλυκειά είναι, αδελφοί μου, η μετάνοια. Η μετάνοια δεν είναι τίποτε άλλο παρά φάρμακο της ζωής. Είναι τόσο σπουδαία γιατί ο γλυκύτατος Κύριος μας, ο αμνησίκακος, ο αγαθός, ο πολυεύσπλαχνος, ο φιλάνθρωπος, ο φιλόψυχος, ο φιλόπτωχος, Εκείνος που ιδιαίτερα φροντίζει τη σωτηρία μας, διψάει πάντοτε τη μετάνοιά μας. (diakonima.gr, 20/02/2020, http://www.diakonima.gr/2020/02/20/to-pio-gliko-farmako-agiou-antiochou-monachou-tou-pandektou/)
  2. ο φιλανθρωπικός (σύλλογος, δραστηριότητα, ταμείο) που βοηθά απόρους Βικιλεξικό
  3. με ειρωνική πτυχή, ο αστός ή μικροαστός που ασχολείται με φιλανθρωπίες στο πλαίσιο κοινωνικής δραστηριότητας για το θεαθήναι ή ο σύλλογος ή φορέας που χορηγεί χρήματα σε φιλανθρωπικές δραστηριότητες επειδή τα αντίστοιχα ποσά εκπίπτουν από την εφορία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φιλόπτωχος, ος, ο < μεσαιωνική ελληνική φιλόπτωχος < φίλος + πτωχός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλόπτωχοςφιλόπτωχηφιλόπτωχο
Γενικήφιλόπτωχουφιλόπτωχηςφιλόπτωχου
Αιτιατικήφιλόπτωχοφιλόπτωχηφιλόπτωχο
Κλητικήφιλόπτωχεφιλόπτωχηφιλόπτωχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλόπτωχοιφιλόπτωχεςφιλόπτωχα
Γενικήφιλόπτωχωνφιλόπτωχωνφιλόπτωχων
Αιτιατικήφιλόπτωχουςφιλόπτωχεςφιλόπτωχα
Κλητικήφιλόπτωχοιφιλόπτωχεςφιλόπτωχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →