Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιλόφρων

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο ευγενικός, ο περιποιητικός, που συμπεριφέρεται με φιλοφροσύνη Βικιλεξικό
    • καθ’ όλην την διάρκειαν του μποέμικου δείπνου μας, μας έτερπεν εκ καρδίας, τόσον αγαθός, και τόσον φιλόφρων δεικνυόμενος, αυτός ο τόσον άγριος ο τόσον απότομος συνήθως (ο λογοτέχνης Δημήτριος Χατζόπουλος για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη)

Ετυμολογία

φιλόφρων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φιλόφρων < φιλό- + -φρων (φρήν)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλόφρονας / φιλόφρωνφιλόφρωνφιλόφρον
Γενικήφιλόφρονα / φιλόφρονοςφιλόφρονοςφιλόφρονος
Αιτιατικήφιλόφροναφιλόφροναφιλόφρον
Κλητικήφιλόφρονα / φιλόφρωνφιλόφρωνφιλόφρον

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφιλόφρονεςφιλόφρονεςφιλόφρονα
Γενικήφιλοφρόνωνφιλοφρόνωνφιλοφρόνων
Αιτιατικήφιλόφρονεςφιλόφρονεςφιλόφρονα
Κλητικήφιλόφρονεςφιλόφρονεςφιλόφρονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →