φιμέ
•
- για τζάμιαπου είναι πιο σκούρος, πιο γκρίζος και προστατεύει -κάπως- από το φως του ήλιου ή εμποδίζει κάποιον να δει καθαρά πίσω απ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιμέ < (άμεσο δάνειο) γαλλική fumé < fumer < λατινική fumare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος fumo < fumus < πρωτοϊταλική *fūmos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰuh₂mós (καπνός)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →