φινάλε
•
- ο συνήθως εντυπωσιακός επίλογος ενός θεατρικού ή μουσικού έργου, όπως και μιας παράστασης ή εκδήλωσης Βικιλεξικό
- Δεν μου άρεσε η άρια στο φινάλε
- μεταφορικάο επίλογος μιας σχέσης ή μιας κατάστασης, ένα ισχυρό πλήγμα Βικιλεξικό
- Έζησαν μαζί τρεις δεκαετίες, αλλά το φινάλε ήταν ένα πολύ φθοροποιό διαζύγιο
- Αυτή η γυναίκα ήταν το φινάλε του
- μεταφορικάάκομψος και πρόχειρος τρόπος έκφρασης της έννοιας "σε τελική ανάλυση", "στο κάτω-κάτω", εν κατακλείδει, το δια ταύτα Βικιλεξικό
- Στο φινάλε δεν σε είπαμε και....
Ετυμολογία
φινάλε < (άμεσο δάνειο) ιταλική finale < λατινική finis
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →