Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φινέτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η λεπτότητα στους τρόπους, στη συμπεριφορά, στη σκέψη κάποιου Βικιλεξικό
    • Αυτό το πήδημα έξω από την αρλουμπολογία, τον θεατρινισμό και τη θεατρικότητα των μέχρι τώρα κωμωδιών, με τη σβελτωσύνη ενός Χάρρυ Κλυν , με τη φινέτσα και τη δροσιά μιας σπιρτόζας μικρής σουμπρέττας, όπως είναι η Ματίνα Καρρά και μιας θελκτικής νεαρής πρωταγωνίστριας σαν την Έρρικα Μπρόγιερ και με την ευρηματικότητα και την κινηματογραφική αντίληψη του σκηνοθέτη Γρηγόρη Γρηγορίου, είναι από τα πιο ελπιδοφόρα. (Γιάννης Σολδάτος, Ιστορία του Ελληνικού κινηματογράφου: Η ελληνική κινηματογραφική κωμωδία, εκδ. Αιγόκερως, 1989, σελ. 176)

Ετυμολογία

φινέτσα < (άμεσο δάνειο) ιταλική finezza

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφινέτσαφινέτσες
Γενικήφινέτσας—
Αιτιατικήφινέτσαφινέτσες
Κλητικήφινέτσαφινέτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →