Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φινίρισμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η τελική επεξεργασία στην κατασκευή ενός αντικειμένου ή το αποτέλεσμά της, η ενέργεια του φινίρω Βικιλεξικό
    • Ὄχι παπούτσια ἕτοιμα ἀλλά ὑλικό γιά ἕνα ἤ δυό ζευγάρια: σόλες, πανωδέρματα, βάρδουλα, κορδόνια - Βάλε καί σπάγγο, θά τούς ἔμεινε σπάγγος ἐκεῖ πέρα; Ὡς καί κεράκια γιά φινίρισμα βάζανε, Γιατί πετσιά καί ὄχι παπούτσια δέν τό κατάλαβα. Μπορεῖ νά εἶχαν ξεχάσει πιά τί μέγεθος φοροῦσαν οἱ δικοί τους. (Έλλη Αλεξίου, Ανθολογία ελληνικής αντιστασιακής λογοτεχνίας, 1941-1944, 1965, σελ. 394)
  2. η απόληξη ενός υφάσματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φινίρισμα < φινίρω με θέμα φινιρισ- + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφινίρισμαφινιρίσματα
Γενικήφινιρίσματοςφινιρισμάτων
Αιτιατικήφινίρισμαφινιρίσματα
Κλητικήφινίρισμαφινιρίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →