Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιξάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. δόση ναρκωτικού, συνήθως ηρωίνης ή πάντως κατά κανόνα ενέσιμου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φιξάκι < υποκοριστικό της αγγλικής λέξης fix που χρησιμοποιείται με αυτή την έννοια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφιξάκιφιξάκια
Γενική——
Αιτιατικήφιξάκιφιξάκια
Κλητικήφιξάκιφιξάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →