φιξάκι
•
- δόση ναρκωτικού, συνήθως ηρωίνης ή πάντως κατά κανόνα ενέσιμου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιξάκι < υποκοριστικό της αγγλικής λέξης fix που χρησιμοποιείται με αυτή την έννοια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φιξάκι | φιξάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | φιξάκι | φιξάκια |
| Κλητική | φιξάκι | φιξάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →