Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φιξαρισμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. σταθερός, που έχει καθοριστεί και δεν μεταβάλλεται Βικιλεξικό
    • φιξαρισμένο ραντεβού, ημερομηνία (ορισμένη ημερομηνία), μηχάνημα (οι ενδείξεις ή οι προδιαγραφές του)
  2. που δεν αποσυναρμολογείται, για αντικείμενα π.χ. έπιπλο, δοκός, τροχόσπιτο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φιξαρισμένος < φιξάρω < φιξ < γαλλικό fixe

Άλλοι τύποι

φιξαρισμέναφιξαρισμένεφιξαρισμένεςφιξαρισμένηφιξαρισμένηςφιξαρισμένοφιξαρισμένοιφιξαρισμένοςφιξαρισμένουφιξαρισμένουςφιξαρισμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →