φιξαρισμένος
•
- σταθερός, που έχει καθοριστεί και δεν μεταβάλλεται Βικιλεξικό
- φιξαρισμένο ραντεβού, ημερομηνία (ορισμένη ημερομηνία), μηχάνημα (οι ενδείξεις ή οι προδιαγραφές του)
- που δεν αποσυναρμολογείται, για αντικείμενα π.χ. έπιπλο, δοκός, τροχόσπιτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιξαρισμένος < φιξάρω < φιξ < γαλλικό fixe
Άλλοι τύποι
φιξαρισμέναφιξαρισμένεφιξαρισμένεςφιξαρισμένηφιξαρισμένηςφιξαρισμένοφιξαρισμένοιφιξαρισμένοςφιξαρισμένουφιξαρισμένουςφιξαρισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →