φιοριτούρα
•
- υπερβολικά εξεζητημένη συμπεριφορά και έκφραση Βικιλεξικό
- Μέσα στο έργο προσεχτικά παραμερίζονται όλες οι λυρικές φιοριτούρες, είχαν χάσει τη γεύση τους γι'αυτόν τον ποιητή, που προσανατολίζεται με τόση μακαριότητα προς την πεζολογία (Μάρκος Αυγέρης, Άπαντα, τομ. 1, εκδ. Νέας Τέχνης, 1964, σελ. 310)
- φλυαρία Βικιλεξικό
- μουσικήποίκιλμα ή στόλισμα με το οποίο ο τραγουδιστής ή οργανοπαίκτης επενδύει μια απλούστερη μουσική φράση ή μελωδία για καλλωπισμό ή ανάδειξη της δεξιοτεχνίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιοριτούρα < (άμεσο δάνειο) ιταλική fioritura < fiorito + -ura < fiorire < δημώδης λατινική *florīre < λατινική floreo < flos (άνθος) < πρωτοϊταλική *flōs < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰleh₃-s (λουλούδι, άνθος) < *bʰleh₃- (ανθίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φιοριτούρα | φιοριτούρες |
| Γενική | φιοριτούρας | — |
| Αιτιατική | φιοριτούρα | φιοριτούρες |
| Κλητική | φιοριτούρα | φιοριτούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →