φιρμάνι
•
- λέξη που μπήκε στην ελληνική επί τουρκοκρατίας και σήμαινε το διάταγμα του σουλτάνου Βικιλεξικό
- κάθε εντολή που έρχεται άνωθεν και προς την οποία δεν μπορεί να φέρει κάποιος αντιρρήσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φιρμάνι < (άμεσο δάνειο) τουρκική ferman < περσική فرمان (farmân, διάταγμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φιρμάνι | φιρμάνια |
| Γενική | φιρμανιού | φιρμανιών |
| Αιτιατική | φιρμάνι | φιρμάνια |
| Κλητική | φιρμάνι | φιρμάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →